Στη Θυσία, την τελευταία ταινία του Ρώσου σκηνοθέτη Αντρέϊ Ταρκόφσκι, μια ταινία με την οποία ουσιαστικά έκλεισε, τουλάχιστον για τον 20ό αιώνα, ο κινηματογράφος της ενατένισης και της πίστης, υπάρχει μια σκηνή η οποία φωτίζει με την δύναμη και την σοφία της ολόκληρο το κινηματογραφικό σύμπαν, όχι μόνο του Ταρκόφσκι αλλά και του Μπέργκμαν, του Μπρεσσόν και κάποιων άλλων.
Στη σκηνή αυτή ο Έρλαντ Γιόζεφσον, ο Αλέξανδρος της ταινίας, ονειρεύεται το τέλος του κόσμου και ενώ δεν είναι ένας εύπιστος και ανόητος χριστιανός, προσεύχεται στο Θεό, επικοινωνεί μαζί του, του ζητά να θυσιαστεί ο ίδιος για να σωθεί, ο γιος του, οι οικογένειά του, ο κόσμος. Έτσι, για να πραγματοποιήσει το πρώτο σκέλος της Θυσίας του, καβαλά το ποδήλατο διασχίζοντας ένα μουντό και σχεδόν μαυρόασπρο τοπίο. Κάποια στιγμή θα γλιστρήσει σε ένα λάκκο νερού θα πέσει κάτω, θα σηκωθεί (σκεπτόμενος ίσως: τι μαλακίες είναι αυτές που κάνω) και θα σπρώξει το ποδήλατο προς την κατεύθυνση της επιστροφής. Θα κοντοσταθεί όμως, γυρίζοντας το κεφάλι πίσω προς το δρόμο της υπόσχεσης...
Αυτή η σχετικά σύντομη και βουβή σκηνή της Θυσίας έχω την αίσθηση ότι αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα παράθυρα που προσπάθησε να ανοίξει η τέχνη του κινηματογράφου μέσα σε ένα αιώνα ύπαρξης. Μας υπενθυμίζει την λεπτή ισορροπία της ύπαρξής μας, ανάμεσα στο πραγματικό και το μυστήριο, την διαπάλη του αγνωστικιστή και του πιστού, την πορεία του ατομικού και του κοινωνικού, την ουσία, την φλέβα δια μέσω της οποίας θα φτάσουμε στο σκαλοπάτι της ενατένισης. Αυτή τη φωτογραφία θα προτιμούσα να κρατήσω ως ενθύμιο από τον 20ό αιώνα. Την απραγματοποίητη υπόσχεση της ελευθερίας.   Π. Π.

Οι -για μια ακόμη χρονιά- καταλήψεις των Λυκείων, από τους εξαγριωμένους με την πολιτική Αρσένη στο χώρο της παιδείας μαθητές, όσο και αν κάποιοι θέλουν να πιστεύουν, δεν είχαν χαρακτηριστικά όμοια με τα περυσινά. Τα κόμματα δεν άπλωσαν τις προστατευτικές τους φτερούγες όπως άλλοτε, οι μαθητές ενώ θα πρέπει να ήταν απογοητευμένοι από την περυσινή αποτυχία και "να βγάλουν τον σκασμό" (όπως έπραξαν οι καθηγητές τους μετά τις δικές τους αποτυχίες) εντούτοις αποφάσισαν ξανά να πάρουν τους δρόμους. Ίσως οι περισσότεροι από αυτούς γνωρίζουν πολύ καλά ότι η δράση τους να μην οδηγήσει πουθενά, γνωρίζουν όμως καλύτερα από τον καθένα ότι το σχολείο αυτό είναι ότι χειρότερο θα μπορούσε να τους συμβεί. Μετά από ένα χρόνο δοκιμής της Αρσενιάδας, κατάλαβαν πολύ καλά που στο διάβολο τους οδηγεί η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Την ίδια στιγμή δεν υπάρχει γονιός -όσο άσχετος κι αν είναι- που να έχει παιδί στο σχολείο που να μην καταλαβαίνει πως αν δεν χρυσώσει ιδιαιτερατσίζες και φροντιστήρια, οι πιθανότητες να περάσει το βλαστάρι του στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι ελάχιστες. Ακόμη και οι αριθμοί δείχνουν το φριχτό πρόσωπο της Πασοκικής παιδείας με τον καλύτερο τρόπο. Ενώ λοιπόν το κράτος  δίνει για την "δημόσια δωρεάν παιδεία" μόνο το 3,5% του ετήσιου προϋπολογισμού, η κοινωνία καταβάλλει περίπου το 7%. Φυσικά το δεύτερο νούμερο αφορά στο μέσο όρο και όχι το κάθε ένα νοικοκυριό, του κάθε μισθοσυντήρητου, εργάτη, άνεργου κ.λ.π. Αν τα μετρούσαμε όλα αυτά, κατά περίπτωση, τότε τα νούμερα είναι τραγικά και πέρα από κάθε λογική.  Παρόλα αυτά καμιά φωνή διαμαρτυρίας από τους εκατοντάδες χιλιάδες γονείς που έχουν κάθε λόγο να το κάνουν, δεν ακούστηκε. Ο τζόγος έμεινε στα ΜΜΕ που από την μεριά τους προσπάθησαν να υποβιβάσουν και να προβοκάρουν το ζήτημα, φτύνοντας το κουκούτσι και αναμασώντας σε κάθε ευκαιρία την λουφαδόρικη -υποτίθεται- συμπεριφορά των μαθητών που "αρνούνται να προσπαθήσουν, να αγωνιστούν" κ.λ.π.
Υπάρχει όμως αλήθεια άνθρωπος που να ήθελε να γυρίσει στα νεανικά του χρόνια και να ήταν αναγκασμένος να περάσει ξανά από τις μυλόπετρες της εκπαιδευτικής διαδικασίας; Μάλλον κανένας. Ποιος από αυτούς που βρίζουν τους μαθητές για "λούφα" είναι αλήθεια σε θέση να περάσει τα "τεστ δεξιότητας" του κ. Αρσένη; Ποιος σοβαρός άνθρωπος θα θελε να μεταβληθεί για έξι χρόνια σε ένα σκουπιδοτενεκέ γνώσεων;  Δυστυχώς αυτή η κουβέντα δεν φαίνεται να βγάζει πουθενά όταν μια ολόκληρη κοινωνία που θίγεται άμεσα και έμμεσα δεν τολμά, δεν ζητά να κατέβει από το καισαρικό του βάθρο ο αποτυχημένος τσάρος του τσαμπουκά, κ. Αρσένης. Ας ελπίσουμε ότι οι μαθητές θα συνεχίσουν να αγωνίζονται, σπάζοντας την ευωχία των χρηματιστηριακών σαπουνόφουσκων..

Γραμμένη το 1908 η Ρέα, η τελευταία όπερα του κορυφαίου κερκυραίου συνθέτη Σπυρίδωνος - Φιλίσκου Σαμάρα (1861 - 1917) είχε την τύχη να κάνει μια διεθνή καριέρα, όπως εξάλλου και οι περισσότερες από τις δέκα όπερες που έγραψε (από αυτές διασώζονται μόνο οι επτά: Φλόρα Μιράμπιλις,1886, Μετζέ,1888, Μάρτυς, 1894, Ξανθούλα, 1903, Δεσποινίς ντε Μπελ-Ιλ, 1905 και Ρέα), δεν είχαν την τύχη που τους έπρεπε επί ελληνικού εδάφους, αφού ο συνθέτης τους, αλλά και όλοι οι Επτανήσιοι ομότεχνοί του, σύμφωνα με τους "πατριώτες των Αθηνών" ήταν στοιχεία τουλάχιστον "αντεθνικά".
Ενενηνταένα χρόνια μετά, η Ρέα που πρόσφατα ανέβασε η Λυρική Σκηνή σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Πολατόφ και μουσική διεύθυνση του Βύρωνα Φιδετζή, πρόκειται εντός του Ιανουαρίου να παρουσιαστεί και στο Δημοτικό Θέατρο με την σύμπραξη και κερκυραϊκών δυνάμεων και ύστερα από σχετική πρωτοβουλία του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κέρκυρας.
Η Ρέα ουσιαστικά θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά στην Κέρκυρα και αυτό το ιστορικό χρέος θα πρέπει να το στηρίξουν παντοιοτρόπως όλοι οι πολιτικοί δημοτικο-νομαρχιακοί και πνευματικοί φορείς της Κέρκυρας.
Σε κάθε περίπτωση όμως θα έχει ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο θα αντιμετωπισθεί από το κοινό αυτή η πρωτοβουλία. Για να δούμε επιτέλους, για πια Κέρκυρα μιλάμε...
 

Μεταξύ Ελσίνκι, καταλήψεων και γενικότερου millenium άγχους, έσκασε κι αυτή η είδηση σαν βόμβα στους κύκλους των κοσμικών: η Ισπανία αδυνατεί να καλύψει την ανάγκη σε φελλούς προκειμένου να ταπωθεί ο πολύτιμος καμπανίτης. Και τώρα; Θα μας φθάσουν άραγε οι υπάρχουσες σαμπάνιες ή θα πέσουμε θύματα στερητικού συνδρόμου, χρονιάρες μέρες; Πως θα κάνουμε millennium, όταν μάλιστα το έχουμε οργανώσει στην εντέλεια και μας μένει μόνο η μικρή αυτή λεπτομέρεια να τακτοποιήσουμε; Των φρονίμων τα παιδιά είχαν φροντίσει για το μεγάλο γεγονός και είχαν, προμηθευτεί σαμπάνιες από τον Αύγουστο. Εμείς όμως που δεν υπήρξαμε τόσο προνοητικοί θα περιοριστούμε σε κάποιο αφρώδη οίνο, και θα αφήσουμε τα όνειρα για το τέλειο millenium που τόσο καρτερούσαμε να εξατμιστούν μαζί με τις πρόσκαιρες, και γι΄ αυτό οικονομικές, φυσαλίδες. Θα μου πείτε, ποιος νοιάζεται άραγε για όλη αυτή τη φελλολογία, όλη αυτή τη φούσκα της χιλιετίας. Αγαπητοί μου, μην γίνεστε σνομπ! Σαφώς και αν το ψιλοκοσκινίσει κανείς το ζήτημα κανένα δεν ενδιαφέρει αν η χρονιά που έρχεται είναι το 2000 ή το 1985 (αν και δεδομένης της κρίσης και του αβέβαιου 2000, μακάρι να ερχόταν το "πλούσιο" ΄85) αλλά να, μια ευκαιρία ψάχνουμε για να γιορτάσουμε, και το 2.000 είναι τόσο όμορφο με τα τρία μηδενικά του, και την στρογγυλάδα του που ακόμα και όσοι δεν πιστεύουν στην αριθμολογία αγαλλιάζουν με την μορφή του. Ειδικά όταν τα τρία εννιάρια της προηγούμενης χρονιάς πραγματικά τελείωσαν πολλές καταστάσεις και πολλούς ανθρώπους σε σημείο που να λες ότι δεν μπορεί κάτι καλό θα αρχίσει με την νέα χρονιά.
Ας γιορτάσουμε λοιπόν όσο πιο λαμπρά μπορούμε το millenium (τι στο καλό μια φορά στα χίλια χρόνια είναι) μια και βρισκόμαστε σε αυτή την πλευρά του πλανήτη που το γιορτάζει και ας αφήσουμε την κριτική και την βαριά διάθεση για πιο σοβαρά θέματα. Συχνά πυκνά κάνει πολύ καλό να γινόμαστε ελαφριοί και να στέκουμε στον αφρό, γιατί ο πάτος έχει πραγματικά πολύ βούρκο και όσο αιθεροβατούμε τόσο λιγότερο κινδυνεύουμε να τον αγγίξουμε.
Ας βάλουμε λοιπόν τα καλά μας και ας πιούμε στην υγεία των... φελλών.

Στο καλοκαιριάτικο τεύχος (26ο) του ΕΧΙΤ και στο ένθετο μικροβιβλίο "μια ερωτική περιπέτεια στην Κέρκυρα" είχαμε αφήσει τον νεαρό Βενετσιάνο στους Κορφούς του 1745, βαθύτατα λυπημένο από τον ανολοκλήρωτο έρωτά του με την δεκαεπταετή  γυναίκα του soparacomito Βιντσέντζο Φοσκαρίνι. Αν κρίνουμε από την μεγάλη ζήτηση που είχε το εν λόγω μικροβιβλίο, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η σκιά του Τζάκομο συνεχίζει να πλανάται στα καντούνια, το λιστόν, την σπιανάδα και στα φρούρια της πόλης. Ιδού όμως που ο καλός φιλαναγνώστης Αγιοβασίλης δεν αφήνει τα τέκνα του με άδεια χέρια, γιορτάδες μέρες.
Η νοητή συνέχεια αυτής της ατέρμονης περιπλάνησης του Καζανόβα μας προσφέρεται από τις εκδόσεις "Ψυχογιός" και από το βιβλίο του Τζιμ Ουίλιαμς Σκέρτσο.
Ο ευφυής Εγγλέζος συγγραφέας, προφανώς ερωτευμένος, όπως και ο δικός μας Παπαδιαμάντης, με τα κανάλια της Βενετίας, στις σελίδες του βιβλίου του οργανώνει ένα τρελό πανηγύρι, γεμάτο έρωτες, ίντριγκες, φόνους, μοιραίες γυναίκες, καστράτο, ύποπτους ευγενείς. Ο σινιόρ Λουντοβίκο, ο τραγουδιστής της όπερας, προστατευόμενος του σινιόρ Μοροζίνι με την συνεργασία ενός μυστηριώδους Γάλλου φιλοσόφου, προσπαθούν να εξιχνιάσουν έναν μυστηριώδη φόνο που έχει συνταράξει την υψηλή κοινωνία της πόλης.
Στην αστυνομικής πλοκής και υψηλής λογοτεχνικής ποιότητας αφήγηση, παρεμβάλλεται και ο ίδιος ο Καζανόβα ο οποίος μπλέκει άσκημα σε ερωτικές περιπέτειες με παντρεμένες γυναίκες, μικρές παρθένες και ακόρεστες θείες... Ο Ουίλιαμς μπλέκει τον ποταμό των αναμνήσεων του Καζανόβα με πραγματικά και φανταστικά στοιχεία, δημιουργώντας ένα πνευματώδες και γεμάτο χιούμορ μυθιστόρημα που θα γίνει ο καλύτερος σύντροφός μας τις μέρες των γιορτών.
 


Επιστροφή στο ΕΧΙΤ